ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΛΗΣΤΗ

Ὑπῆρξα ληστὴς καὶ ἀπελπισμένος κατάδικος, ἐκτελούμενος ἀργὰ θανατοποινίτης.

Καὶ μέσα στὸ σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας μου, καὶ στὴν προσδοκία τοῦ αἰώνιου θανάτου, Σὲ εἶδα δίπλα μου, συσταυρωμένο καὶ ἀθῶο.

Ἔλαμπες ἀπὸ χαρά, καὶ ἡ λάμψη σου ἔκρυψε τὸν ἥλιο καὶ φώτισε τὸ σκοτάδι μου.

Αἰσθάνθηκα ὅτι αἴρεις τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου καὶ τὶς ληστεῖες μου. Καὶ ὅτι ἐνδιαφέρεσαι γιὰ μένα, τὸν ληστή, νὰ μὲ γλυτώσεις ἀπὸ τὸν θάνατο, χωρὶς ἀντάλλαγμα.

Σὲ ἀναγνώρισα, Βασιλιὰ τῆς Ἀγάπης. Παίρνεις Ἐσὺ τὸν θάνατό μου, καὶ μοῦ χαρίζεις τὴν ζωή Σου.

Προσκυνῶ τὴν ἀγάπη Σου. Δὲν ζητῶ τὶς ἀπολαύσεις τοῦ Παραδείσου. Ζητῶ τὸ πρόσωπό Σου τὸ ἱλαρό, τὸ εὐγενικό, τὸ πράο.

Δέχθηκες νὰ ὑποστεῖς τὸν θάνατο, ποὺ δικαίως ὄφειλα νὰ ὑποστῶ.

Θέλω νὰ βλέπω τοῦ Σοῦ προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον. Αὐτὸ μοῦ ἀρκεῖ.

Μνήσθητί μου ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου.

«…Καὶ ἡ πόλις – τοῦ Παραδείσου – οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς σελήνης ἵνα φαίνωσιν αὐτῇ· ἡ γὰρ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτήν, καὶ ὁ λύχνος αὐτῆς τὸ ἀρνίον»*, τὸ ἀντ’ ἐμοῦ ἐσταυρωμένον, καὶ μετ’ ἐμοῦ ἀναστημένον.


------------------------------------
* Ἀποκ. 21, 23.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου